Splinters: Intimacy bruising ή Η οδυνηρή ηδονή της συνύπαρξης

 

 

Όταν πήρα στα χέρια μου τα μονόπρακτα Splinters της Νίνας Ράπη, είχα ήδη διαβάσει ένα δυο μόνο κείμενά της. Ανάμεσά τους το Angelstate, που το θεωρούσα αριστούργημα. Διάβασα τα μονόπρακτα αυτά μονορούφι. Ταυτίστηκα, γέλασα, θυμήθηκα αλλά ταυτόχρονα άνοιξε μια ρωγμή μέσα μου. Ένιωσα την ηδονή ότι κάποιος σε ξέρει βαθιά και ταυτόχρονα αυτό ενείχε κάτι το οδυνηρό. Ίσως, επειδή τα επτά αυτά θραύσματα εμπεριέχουν και εικονογραφούν ένα ταξίδι: την πορεία προς το εγώ, τα μονοπάτια προς το εμείς· μια πορεία, διόλου ευθύγραμμη και ομαλή, που εμπερικλείει ταυτόχρονα την κίνηση προς την αυτοπραγμάτωση και το άνοιγμα προς τον άλλο, τον κόσμο, τη συνύπαρξη· ένας δρόμος κακοτράχαλος, με διλήμματα και εμπόδια, νοητικά και πρακτικά.

 

Μερικά από αυτά συνοψίζονται στα παρακάτω ερωτήματα:

Υπάρχω; Μπορώ να υπάρξω χωρίς την παρουσία του άλλου;

Τι διαφορά έχει το υπάρχω από το ζω; Ή από το μοιράζομαι; Το μιλώ από το επικοινωνώ;

Αν η ζωή είναι ένα παιχνίδι, το ζήτημα είναι ποιος θα κερδίσει, ποιος θα επιβληθεί;

Κερδίζεις όταν επιτίθεσαι ή όταν παριστάνεις το θύμα;

Είναι πιο δυνατή η επιθυμία από την πραγματικότητα ή το αντίστροφο;

Το να επιβιώσεις σημαίνει να μπορείς ν’ αλλάξεις; Να μπορεί να σε αλλάξει ο άλλος;

Χρειάζομαι περισσότερο την ασφάλεια ή την ελευθερία;

Πώς ζω στο εδώ και τώρα;

Και, τελικά, τι θα πάθω αν τολμήσω;

 

Τα θέματα αυτά τίθενται από την αρχή, συνιστούν τον πυρήνα και ακολουθούν την εξέλιξη κάθε μονόπρακτου, χωριστά, και των επτά ως όλου. Ο αναγνώστης τους παρακολουθεί μια θραυσματική μεν, απόλυτα δεμένη, ωστόσο, πορεία προς την αναζήτηση και αναγνώριση ορίων ανάμεσα στην επιθυμία και την πραγματικότητα, ανάμεσα στην ανάγκη και την ελπίδα, ανάμεσα στην ελευθερία και την οικειοθελή δέσμευση, ανάμεσα στον στερεοτυπικό κόσμο και τη βιωμένη αλήθεια της σχέσης. Πρόκειται για μια κίνηση παλινδρομική, ενός ζωντανού εκκρεμούς, που βαθαίνει και πλαταίνει, περικλείει όλο και μεγαλύτερη έκταση στον τρισδιάστατο χώρο και απλώνεται προς άλλες διαστάσεις. Μια κίνηση των αισθήσεων από μέσα προς τα έξω, προς την ύλη και το σώμα αρχικά, ως όριο εσωτερικού και εξωτερικού, ως μέσο επαφής με το έξω. Στις ταλαντώσεις της, η κίνηση αυτή θα αποπειραθεί να συμπεριλάβει το άλλο, το διαφορετικό και θα βρεθεί αντιμέτωπη με το εδώ και τώρα της ζωής: την ηδονή και την οδύνη της συν-ύπαρξης.

 

Μια πεταλούδα είσαι…

 

Ποιος είναι ο εχθρός; Το σύννεφο – εαυτός.

 

Στο πρώτο μονόπρακτο των Splinters κάνει την εμφάνισή της η σχέση ως απειλή. Μια απειλή πολύπλευρη, που ξεκινά από τα έγκατα του εαυτού. Ορίζεται το σημείο εκκίνησης. Το σημείο που η επιθυμία σε κάνει να θες να αφήσεις τη σιγουριά της ακινησίας, τη σιγουριά της αυτοακύρωσης, της παραχώρησης προτεραιότητας και πρωτοβουλίας στον άλλο. Η κινητήρια δύναμη βρίσκεται σε μια ουτοπική ελπίδα: «σε μια συλλογική αφύπνιση, σε μια ομορφιά, σε μια ανάγκη του      κόσμου βαθιά, πηγαία, έντονη και ασταμάτητη για κάτι αληθινό». Ο διάλογος στρέφεται προς την αναζήτηση μιας άλλης ποιότητας ασφάλειας, έξω από τον εαυτό· μιας σχέσης με τον κόσμο, με την ομορφιά, με την αλήθεια. Και προσκρούει στο εμπόδιο της καθήλωσης στην προσωπική ασφάλεια, στον παθητικό ρόλο ενός ανθρώπου, που φοβάται να πάρει μέρος στη δράση.

Σαν ένα σύννεφο είμαι και εγώ.

            Υπάρχω και δεν υπάρχω δηλαδή.

            Και πώς να ζεις σαν κάτι αιωρούμενο,

            χωρίς άγκυρα, χωρίς κατεύθυνση, πάντα ευμετάβλητο;

            Πώς να επιβιώσεις όταν μπορείς να διαλυθείς τόσο εύκολα,

            να αλλάξεις σχήμα τόσο εύκολα, να εξαφανιστείς;

Η ευχή του τέλους, είναι και η αρχή του έργου, καθώς η φωνή μοιάζει να λέει: θα ήθελα να βγω από τον εαυτό μου. Θα ήθελα να μπορώ κι εγώ να πετάξω στον κόσμο.

 

Μπουρδούμ

 

Ποιος είναι, λοιπόν, ο εχθρός;

 

Μόλις εκφραστεί η επιθυμία για σχέση, για έξοδο από τον εαυτό, αρχίζουν τα προβλήματα. Είναι το σημείο εκκίνησης της διαλεκτικής διαδικασίας της αναγνώρισης, της επικράτησης στον άλλο, η οποία βασίζεται στην πίστη ότι το κλειδί της ευτυχίας το κρατά αυτός ο άλλος, που πρέπει να κατακτηθεί. Ένα φαινομενικά απλό παιχνίδι λέξεων θα γίνει αφορμή να αναμετρηθούν οι αντίπαλοι, σ’ ένα πεδίο εικόνων και νοημάτων, αποκαλυπτικών. Το «μπουρδούμ» αναδεικνύεται σε σύμβολο της αχρηστίας της λογικής· της αχρηστίας της αέναης μάχης για την επικράτηση· του παιχνιδιού του σκύλου και της γάτας, από το οποίο αναμφίβολα περνούν οι περισσότερες σχέσεις. Ωστόσο, η Ράπη δεν μένει στην κατάδειξη αυτής της αχρηστίας. Συστήνει ευφυώς τη λύση, στήνοντας την παγίδα της αναγνώρισης του εμποδίου που μας χωρίζει από τον άλλο, από τον κόσμο: το τζάμι. Αν δεν φύγει από τη μέση αυτό το τζάμι – καθρέφτης, η μόνιμη αντιπαράθεση, η πάλη θα είναι ενάντια στον ίδιο τον εαυτό, με τελική συνέπεια, πάντοτε, την αυτό-εξολόθρευση: το να σπάσεις τα μούτρα σου!

Το «μπουρδούμ» θα ακολουθήσει το «μπντουκ-μπουμ», δηλαδή συνειδητοποίηση της προσωπικής ήττας, που θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στην ακριβώς αντίθετη κίνηση: την απομόνωση ή τη φυγή. Όχι όμως ως συνειδητή απόφαση, αλλά ως όπλο σ’ αυτή την άνιση μάχη, που κατ’ εικόνα μόνον είναι με τον άλλο. Γι’ αυτό και η κατανόηση ότι η πιθανή φυγή καταργεί τη σχέση, συντελεί στην αλλαγή του ίδιου του παιχνιδιού: «Ελίμ». Είναι η τελευταία λέξη· η συνέχιση του παιχνιδιού· η αποδοχή. Είναι η απόφαση· η δέσμευση. Συνειδητή και καθαρή: Θα μείνω. Κι ας σπάσουμε τα μούτρα μας.

 

Ανάσα ελευθερίας

 

Το τζάμι έσπασε. Η πόρτα άνοιξε. Ασφάλεια ή ελευθερία;

 

Δεν είναι τυχαίο, ότι το μονόπρακτο αυτό ξεκινά με την αναφορά – αποδοχή του «τζαμιού» του Μπουρδούμ. Μόνο που τώρα, τα τζάμια δεν καθρεφτίζουν πια. Είναι θολά, βρώμικα. Σε κλείνουν μέσα. Προστασία, ασφάλεια αλλά και φυλακή, ανελευθερία η σχέση. Η απόφαση «θα μείνω» έχει και τις συνέπειές της. Το δίπολο ασφάλεια – ελευθερία διατρέχει τον προβληματισμό των δύο προσώπων αυτού του κειμένου, που θα μπορούσε να εκληφθεί και ως ένα, ως διάλογος με τον εαυτό. Ο άνθρωπος που θέλει να είναι σε σχέση, πρώτ’ από όλα στρέφεται μέσα του, αποκαθιστά τη σχέση με τον εαυτό του, με τους φόβους του. Η διαδικασία αυτή κρύβει μια ακόμη επιθυμία – απόφαση: την απόφαση για αλλαγή. Για να σχετισθώ, αντιλαμβάνεται ο/η ήρωας/ίδα, προϋποτίθεται η ικανότητά μου να αλλάξω, να μεταβληθώ εσωτερικά, να μετακινηθώ. Πεδίο της κίνησης αυτής, και ίσως ο μεγαλύτερος φόβος ενάντια στην απόφαση, παρουσιάζεται ο χρόνος. Απαραίτητη εμφανίζεται η ενοποίηση των αντιληπτών βαθμίδων του: μπορώ να κινηθώ όταν δημιουργήσω μια νοητή συνέχεια μεταξύ παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος· όταν δεχθώ την ενότητά τους, τη συνέπειά τους, το αδιαχώριστο, το ομοούσιό τους· όταν συστήσω, δηλαδή, έναν συνεχή εαυτό σε ροή. Κι έτσι εισάγεται για πρώτη φορά, αμείλικτα, το θέμα του εδώ και τώρα. Το εδώ και τώρα της Ράπη λειτουργεί αμφίδρομα: αφενός ως η επιτακτική ανάγκη μιας επιθυμίας να υλοποιηθεί και αφετέρου ως η συγκολλητική ουσία που ενοποιεί τον κατακερματισμένο χρόνο και εαυτό, ακριβώς εξαιτίας της αυτοπραγμάτωσης, που επιτρέπει στον άνθρωπο να σχετισθεί. Το εδώ και τώρα είναι η μόνη ρωγμή στο «τζάμι» και ταυτόχρονα η ουσία που θα αναπληρώσει και θα διαμορφώσει το κενό. Μια τέτοια επιθυμία – απόφαση, ωστόσο, δεν αποδεικνύεται απλή, καθώς ανοίγει τη ρωγμή προς το χάος, προς την αβεβαιότητα, προς τη σαρτρική ναυτία της ύπαρξης. Μιας ύπαρξης, που αναλαμβάνει την ευθύνη της. Τη στιγμή της κρίσης, η λύση δεν είναι παρά η επιστροφή στο βασικό επίπεδο της ζωής: την αναπνοή, δηλαδή το σώμα, ως αποκλειστική συνθήκη για τη δημιουργία του μαζί – της σχέσης. Η κίνηση της επιστροφής στο υλικό σώμα – το μόνο που μπορώ απτά να αγκαλιάσω, να κατανοήσω, να δεχθώ, σε αντίθεση με τον χρόνο – είναι μια κίνηση προς τη σχέση.

 

Το σώμα αγάπη μου, το σώμα

 

Το σώμα ψάχνει. Όσα δεν μπορούν να πουν οι λέξεις.

 

Το σώμα εμφανίστηκε ήδη, στο τέλος της Ανάσας Ελευθερίας, ως μοναδικός εγγυητής της ενότητας του κόσμου· της ενότητας του χρόνου. Το σώμα είναι το μοναδικό μέσο που διαθέτω για να ζήσω. Κι αυτό είναι διαφορετικό από το να υπάρχω. Μπορώ να υπάρξω και χωρίς σώμα. Θεωρητικά, και μετά τον θάνατό μου. Όμως για να ζήσω χρειάζομαι το σώμα. Τι θα πει να ζήσω; Θα πει να δράσω. Να μεταβάλω κατ’ αρχήν τον εαυτό μου. Να μπορώ να αλλάξω εγώ ο ίδιος: ιδέες, στάση, συνήθειες, θέση, τη σχέση μου με τον κόσμο. Να θέσω σε πράξη την επιθυμία. Να ορίζω τη σημασία μου στον κόσμο, στη σχέση με τον άλλο. Να δώσω νόημα και ρυθμό, λέει η Ράπη, αυτό σημαίνει ζω. Και τότε αναδύεται το ζήτημα της αλήθειας. Είναι αληθινό μόνο αυτό που θέλω εγώ; Το νόημα που δίνω εγώ στον άλλο, στον κόσμο, στα πράγματα; Μόλις τεθούν τα ερωτήματα αυτά, προκύπτει η ανάγκη προσδιορισμού, ή καλύτερα επαναπροσδιορισμού της ταυτότητας. Ποιος είμαι; Ποιος είσαι;

Η συγγραφέας αποκλείει σολιψιστικές θεωρήσεις και πιθανόν ατέρμονες θεωρητικές προσεγγίσεις, θέτοντας ως κριτήριο αλήθειας την αναγκαιότητα. Η αλήθεια ταυτίζεται με το εδώ και τώρα και επιβάλλεται, θέτει όρια στο υποκείμενο. Εδώ, κάνει την εμφάνισή της η οδύνη. Η οδύνη της συνειδητοποίησης ότι δεν εξαρτώνται όλα από μένα. Δεν βρίσκονται όλα κάτω από τον δικό μου έλεγχο. Κι ότι, τελικά, η συνύπαρξη με τον άλλο είναι μια συναίνεση στην αναγκαιότητα· μια υπέρβαση της εγωτικής επιθυμίας, με όσο πόνο συνεπάγεται αυτό. Το σώμα αποκαλύπτει το οξύμωρο της σχέσης: η συνύπαρξη προϋποθέτει την οδύνη της απώλειας της αρχικής επιθυμίας, ενώ η επιθυμία είναι που οδηγεί πρωταρχικά στη συνύπαρξη. Συνύπαρξη είναι η ανάγκη μου και ταυτόχρονα η ανάγκη αυτή αφαιρεί το κτητικό από την πρόταση, μετατρέποντας τη συνύπαρξη σε μια αναγκαιότητα που επιβάλλεται, αλλά και μια επιλογή που έχει κόστος και οφέλη. Το σώμα πρωτοστατεί σ’ αυτή την αποκάλυψη. Γι’ αυτό και το φαγητό, ως κατακλείδα του διαλόγου, καταδεικνύεται ως μόνη υπερβατική προσφορά – θυσία προς τη σχέση.

 

Χωρίς σώμα, χωρίς χρόνο και τόπο

 

Σαν ξενιτιά η πατρίδα σου. Σαν έρωτας που τον ζητάς μόνο για να τον χάσεις.

Π. Μπουκάλας

 

Το Χωρίς σώμα… προχωρά σε μια ανατομία της αναγκαιότητας. Το εκκρεμές κινείται εδώ προς την κατεύθυνση της αναίρεσης. Όχι μόνο της σχέσης αλλά όλων εκείνων των στοιχείων που καθορίζουν την ταυτότητα: του χώρου, του χρόνου και, τελικά, του ίδιου του εαυτού ως σταθερής δομής στο εδώ και το τώρα, προσδιορισμένης από την εξωτερική αναγκαιότητα. Είναι άραγε αυτό, θα μπορούσε να είναι ελευθερία, μοιάζει ν’ αναρωτιέται η Ράπη, σκιαγραφώντας την επιθυμία για ένα ταξίδι προς τη μη ύπαρξη, προς το ανέφικτο, προς το αλλού, το άλλοτε. Στην πραγματικότητα, στήνει επί σκηνής μια διαβατήρια τελετή· έναν κύκλο, που σηματοδοτεί την αλλαγή προς την ωριμότητα. Πρόκειται για τον δρόμο της φυγής, ως μοναδικής επιστροφής στον εαυτό, στον χώρο, στη χώρα, στους ανθρώπους και τα πράγματα. Δεν πρόκειται για τεχνική· είναι μια πραγματική αποστασιοποίηση για να επιτευχθεί μια άλλη εστίαση· για να γιατρευθεί η μυωπική, πρεσβυωπική, αστιγματική –η όποια πάθηση έχει αναπτύξει ο καθένας ως σωσίβιο– ή η από τη φύση αλλοιωμένη όραση και αίσθηση.

 

Το μονόπρακτο είναι σοφά χωρισμένο σε τέσσερα μέρη: ένα κουαρτέτο της αφαίρεσης. Στο πρώτο στοιχειοθετείται η ανάγκη της φυγής, της απομάκρυνσης από ένα περιβάλλον, μια σχέση, από κάθε τι οικείο. Απέναντι σ’ έναν αντίλογο υπέρ της κτητικότητας, της ασφάλειας ακόμη και της ίδιας της κοινής λογικής, η Ράπη κτίζει βήμα βήμα τη στέρεη επιχειρηματολογία της επιθυμίας για μετακίνηση μέσα στον κόσμο· συνθέτει το βίωμα της τυραννίας της οικειότητας και ορίζει τη διαλεκτική κίνηση μεταξύ οικείου και ανοίκειου, ύπαρξης και μη ύπαρξης, σχέσης και μη σχέσης, ως απαραίτητη προϋπόθεση της μετακίνησης, ως εσωτερικό ταξίδι προς την αυτογνωσία αλλά και τη συνύπαρξη με τον άλλο. Μια «ειρωνεία, σίγουρα», λέει η συγγραφέας, που με πολύ χιούμορ στήνει το διάλογο. Να πρέπει να φύγεις από τον εαυτό σου για να τον ξαναβρείς. Να πρέπει να ξενιτευτείς για να επαναπροσδιορίσεις τη σχέση με την πατρίδα ή τις πατρίδες, μέσα σου. «Αλλά έτσι πρέπει».

Και δεν είναι απλώς, να σου δοθεί ο χώρος και ο χρόνος. Αυτό θα αποτελούσε ουτοπία, μια φαντασίωση, ένα παραμύθιασμα και η Ράπη απεχθάνεται τα παραμυθιάσματα παντός είδους.

 

Έτσι, στο δεύτερο μέρος του κειμένου η συνθήκη αλλάζει, αλλά όχι ειδυλλιακά. Ο υπέροχος καινούριος κόσμος είναι ένας κόσμος σε πόλεμο. Γεμάτος εχθροπραξίες. Απέναντι σ’ αυτές, που φαντάζουν χειρότερες από ό,τι είχε συναντήσει στα οικεία εδάφη –ίσως γιατί είναι απτές, δεν κρύβονται πίσω από τη συνήθεια της οικειότητας– πρέπει να αγωνιστεί, να επιβιώσει, να αναπτύξει άλλου είδους άμυνες, αντοχές.

 

Το δεύτερο και το τρίτο μέρος αποτελούν στιγμές της ίδιας διαδικασίας. Στο δεύτερο σκιαγραφείται το εχθρικό τοπίο, μέσα στο οποίο καλείται να επιβιώσει ο ξένος, ενώ στο τρίτο περιγράφεται το αποτέλεσμα της νίκης, της κατάκτησης μιας θέσης μέσα στον άλλο αυτό κόσμο. Η κατάκτηση, όμως, δεν συνιστά το τέλος της μάχης, την επίτευξη του στόχου, αλλά την αρχή μιας νέας κίνησης: της επιθυμίας επιστροφής. Και, μαγικά, σε μια μόνο φράση, η συγγραφέας φέρνει στη σκηνή την επιστροφή, υπογραμμίζοντας ίσως την ταχύτητα, την ευκολία της απόφασης, που δεν γεννά τους προβληματισμούς και τα διλήμματα της φυγής:

Και γυρίζω.

Σ’ ένα ρήμα και μερικές μόνο –επτά για την ακρίβεια– ατάκες, συντίθεται η βαθιά ικανοποίηση, το αίσθημα της ολοκλήρωσης, που μόνο το ανήκειν μπορεί να προσφέρει· το αυτονόητο της συνύπαρξης, όταν μπορείς να επιβάλεις τους όρους σου, όταν πια έχεις κατακτήσει μια ταυτότητα για τους άλλους.

 

Εδώ, δραματουργικά, η πλοκή θα μπορούσε να ολοκληρωθεί, με ένα «happy end». Όλα πήγαν καλά, η διαβατήρια τελετή έλαβε τέλος, βρισκόμαστε ενώπιον μιας πραγματικότητας και ενός εαυτού που χτίσαμε κομμάτι κομμάτι με τα ίδια μας τα χέρια. Ευτυχία!

Και το Αλλού, το Άλλο, το Εκεί που έψαχνες;

Έγιναν ένα; Έγιναν εσύ, εγώ, εμείς;

Αυτό θα μπορούσε να είναι το τέλος –όχι του μονοπράκτου– του έργου, του συνόλου που αναπτύσσει η Ράπη σ’ αυτή τη σειρά θραυσματικών, τραυματικών στιγμιοτύπων σχέσεων. Η συγγραφέας όμως, όπως και η ίδια η ζωή, δεν αφήνει ίχνος αμφιβολίας. Το τέλος μπορεί να είναι μόνο ένα –και αυτό δεν αφήνει επίγευση ευτυχίας.

 

Το τέταρτο και τελευταίο μέρος, συνεπώς, λειτουργεί ως σημείο μηδέν, ως 380η και ταυτόχρονα 1η μοίρα ενός κύκλου, που μπορεί να συνεχίζεται στο διηνεκές. Με αυτή την έννοια, ό,τι προηγήθηκε αποτελεί ένα ολοκληρωμένο σύμπαν, που περικλείει όλο το ταξίδι, που συνθέτει την εμπειρία της φυγής και αποκαλύπτει τη δυνατότητα επιλογής μιας επανεκκίνησης. Ωστόσο, η σιγουριά, που έχει τώρα μετουσιωθεί σε ερώτηση – δίλημμα: «θέλω να φύγω;», αφήνει τον αναγνώστη / θεατή ν’ αναρωτιέται αν είναι η εσωτερική επιθυμία ή το έξω, ο άλλος / το άλλο που προκαλεί την κίνηση προς την πραγμάτωση, την ενσωμάτωση του κόσμου, τη ζωή. Το ερώτημα αυτό δεν θα μείνει αναπάντητο.

 

Όμορφο ναι, απλό όχι

 

Να μείνω. Εδώ. Μαζί.

 

Μια αδιόρατη κίνηση συντελείται ανάμεσα στο προηγούμενο στιγμιότυπο και σε αυτό. Αν βάλουμε τους τίτλους των μονοπράκτων δίπλα δίπλα, μοιάζει ο ένας να δίνει απάντηση στον άλλο: «Χωρίς σώμα, χωρίς χρόνο και τόπο» – «Όμορφο ναι, απλό όχι». Ωστόσο, μεσολαβεί μια απόφαση. Μια απόφαση που έχει ληφθεί και αλλάζει εντελώς τη συνθήκη: ‘Να μείνω. Εδώ. Μαζί.’ Και τότε ακριβώς, προβάλλει επικίνδυνο το νέο ερώτημα: Πώς; Ο διάλογος αναπτύσσεται προς δύο κατευθύνσεις και αναδεικνύει δύο προβληματικές της συνύπαρξης, του είμαι ζευγάρι. Από τη μία πλευρά τίθεται το ζήτημα των ορίων και των όρων, που θέτει η κάθε μία από τις δύο συντρόφους ως προϋπόθεση της συν-ύπαρξης. Από την άλλη, γίνεται προσπάθεια ανάγνωσης και διαπραγμάτευσης των ορίων και όρων που θέτει μια εξωτερική πραγματικότητα, που είτε θεωρηθεί αυθύπαρκτη είτε ιδωθεί ως αποτέλεσμα δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει οι ίδιοι οι σύντροφοι απέναντι στο περιβάλλον τους, παραμένει μια αναπόφευκτη ‘αναγκαιότητα’ με την οποία καλούνται να αναμετρηθούν.

Σ’ αυτή τη συνθήκη, η αναζήτηση της πολυπόθητης «ελευθερίας», που διατρέχει όλο το έργο της Ράπη ως κινούν αίτιο, γίνεται μια αρκετά περίπλοκη υπόθεση, που μοιάζει να μην εξαρτάται αποκλειστικά από την προσωπική απόφαση ή τον βαθμό της δέσμευσης, που είναι διατεθειμένος κανείς να αναλάβει. Οι σύντροφοι, παλεύουν να ορίσουν το πλαίσιο της σχέσης και να αυτοπροσδιοριστούν μέσα σε αυτό, χωρίς αρχικά να κατανοούν ότι είναι σε μεγάλο βαθμό το ίδιο που τους ορίζει. Πελαγοδρομώντας μεταξύ του φαντασιακού τους και του εμπράγματου δικαιώματος, διαγράφουν μια κίνηση άρνησης επιφανειακά, που όμως σε κάθε της βήμα τους φέρνει πιο κοντά. Η σωματική – σεξουαλική επαφή, μέρος αυτής της περιπλάνησης και αναζήτησης, είναι αυτή που θα δώσει στην πραγματικότητα την απάντηση σχετικά με τα όρια της ελευθερίας, σ’ ένα επίπεδο που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί πραγματικό. Η αναγνώριση αυτής της ορισμένης από το σώμα ελευθερίας απομυθοποιεί την έννοια του ζευγαριού για την κάθε μια και αποκαλύπτει μια και μοναδική διέξοδο: την αμοιβαία αποδοχή.

 

Φύλακας Άγγελος

 

Κι ας ορκιστούμε πως θα μοιραστούμε την υπόλοιπή μας τη ζωή.

Λάκης Παπαδόπουλος

Κι ας ξέρουμε πια…

 

Δεν είναι καθόλου τυχαίο, συνεπώς, που το επόμενο και τελευταίο μονόπρακτο ξεκινά με το ερωτικό παιχνίδι των σωμάτων. Το θέμα της ελευθερίας προβάλλει εδώ εξίσου δυναμικά, αλλά εκλεπτυσμένο, δουλεμένο στο αμόνι της αμοιβαίας αποδοχής. Κι εδώ ψηλαφίζονται τα όρια, γίνεται διαπραγμάτευση των ρόλων, συγκρούονται οι διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες και επιθυμίες. Όμως η κίνηση της φυγής, του αυτοπροσδιορισμού ή ακόμη και της αναίρεσης της σχέσης, εμπεριέχονται στην αμετάκλητη απόφαση για συνύπαρξη. Δεν πρόκειται πια για δύο σώματα που κινούνται αυτόνομα· για δύο συνειδήσεις που αμφισβητούν. Ακόμη και η σύγκρουση έχει ένα στοιχείο τρυφερότητας και η μομφή δεν μοιάζει με κατηγορία, αλλά με ένα τραγουδιστά εκφρασμένο παράπονο, που δεν ξέρεις αν απευθύνεται περισσότερο στον άλλο απ’ ό,τι στον ίδιο τον εαυτό. Η παράδοση, όχι στον άλλο, αλλά στην ίδια τη σχέση, χωρίς να είναι άνευ όρων, μοιάζει καλά βασισμένη στην εμπειρία· στους κύκλους που έχουν διανυθεί προς τον εαυτό και προς τον άλλο· στη συνείδηση ότι το αδιέξοδο δεν έρχεται από έξω. Μ’ αυτό τον τρόπο, ο όρκος για αιώνια πίστη αποκαλύπτεται ως ένα συνειδητό παιχνίδι προκειμένου να συνεχίσεις να ζεις – μαζί.

Παιχνίδι. Αμοιβαία συνειδητό, όμως, μοιάζει να κλείνει το μάτι η Ράπη στον αναγνώστη / θεατή.

 

 

Θέματα τεχνικής και τέχνης της γραφής στo Splinters.

 

Η Νίνα Ράπη ανήκει ξεκάθαρα στην αιχμή του δόρατος της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας. Μιας δραματουργίας που υποφέρει, που αναζητά ταυτότητα, που κάποιες φορές μοιάζει να αδυνατεί να ανταποκριθεί στον πρωταρχικό της προσδιορισμό και στόχο, αυτόν της συγχρονικής αποτύπωσης μιας κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, στην εμπλοκή της στο εδώ και το τώρα του πολιτικού ή του υπαρξιακού προβληματισμού. Ωστόσο, πάντα βρίσκει τη διέξοδο προς το καίριο και το ουσιαστικό, με εκφραστές καλλιτέχνες που διαρκώς αναζητούν τρόπους να μετουσιώσουν το οικείο, το στερεότυπο, το συνηθισμένο, το κανονικό σε εργαλείο θέασης μιας άλλης πραγματικότητας, εξίσου υπαρκτής αλλά αθέατης στα εθισμένα μάτια· να εστιάσουν στο σύγχρονο από διαφορετική οπτική γωνία. Η ίδια, σχολιάζει σχετικά: Ζούμε σε μια εποχή που στο σύνολό της αποθεώνει τη μετριότητα, την αυτ/απάτη, τον χαμηλότερο κοινό παρανομαστή. Υπάρχει όμως και το αντίθετο ρεύμα, πάντα υπάρχει, εξ ορισμού[1]. Ένα τέτοιο αντίθετο ρεύμα, βασισμένο στην queer αισθητική και κουλτούρα, και ταυτόχρονα στη βαθιά γνώση των δραματουργικών τεχνικών και στη φιλοσοφική αναζήτηση, εκπροσωπεί η Νίνα Ράπη στο θέατρο. Η γραφή της, με σημαντικές επιρροές από την αγγλική δραματουργία του 20ου αιώνα γενικότερα και με ιδιαίτερες εκλεκτικές συγγένειες με τους Beckett, Pinter και Caryl Churchill, αγωνίζεται για μια όλο και μεγαλύτερη λιτότητα, αμεσότητα και δραστικότητα, με όπλα της το χιούμορ, την οξεία αντίληψη και αναζήτηση των αιτίων πίσω από τα φαινόμενα, την αφαιρετικότητα, που στοχεύει στην αποκάλυψη.

 

Στα επτά αυτά μονόπρακτά με τον γενικό τίτλο Splinters, η γραφή εμπεριέχει σε μεγάλο βαθμό τη σκηνοθεσία / σκηνική αφήγηση (mise-en-scène). Με μικρές και λιτές σκηνικές σημειώσεις, η Ράπη χειρίζεται μια σειρά από θέματα που ορίζουν τη σκηνική παράσταση του/των έργου/ων της, συμπληρώνοντας και νοηματοδοτώντας τη δράση, δίχως όμως να εγκλωβίζει τον σκηνοθέτη σε ασφυκτικά δοσμένα σχήματα.

Το θέμα των παύσεων σιωπών. Πλήρεις νοήματος παύσεις. Παύσεις γεμάτες κίνηση, καθώς η συνείδηση οικειοποιείται το νέο έδαφος που έχει χαρτογραφηθεί στον διάλογο και ετοιμάζει τη νέα πρόκληση: δηλαδή την επόμενη παγίδα – αφορμή συνειδητοποίησης.

Το θέμα της μουσικής. Υπογραμμίζει και ακολουθεί τις αλλαγές, εσωτερικές και εξωτερικές. Δημιουργεί τον περιβάλλοντα χώρο και σηματοδοτεί τον χρόνο (ηχοτοπία). Υποδηλώνει επίσης τη συνέχεια, τη ροή στα πράγματα· μια ροή στην οποία ο λόγος και η δράση παρεμβάλλονται για να διαταράξουν την ομαλότητα, τη σιγουριά του οικείου. Με αυτή την έννοια, η μουσική ταυτίζεται ως λειτουργία με τη φύση, τον χρόνο, την αιωνιότητα, της οποίας θα μπορούσε να λειτουργεί και ως σύμβολο.

Το θέμα του φωτισμού. Αξιοποιείται ως σύμβολο της δυνατότητας όρασης, της ορατότητας που δημιουργεί το φως για τον άνθρωπο. Λειτουργεί μάλλον κινηματογραφικά: υποκαθιστά ως ένα σημείο τον φακό της κάμερας και προσανατολίζει τον αναγνώστη / θεατή να αντιληφθεί διαφορετικές ποιότητες πρόσληψης της δράσης. Κρύβει και αποκαλύπτει πτυχές της κίνησης και της διάδρασης των υλικών σωμάτων και, ταυτόχρονα, νοηματοδοτεί τη δράση επί σκηνής, ακόμη και όταν δεν υπάρχει κίνηση. Ειδικά το αργό σβήσιμο, σε αρκετά από τα μονόπρακτα, μοιάζει σαν να οδηγεί το μάτι και το μυαλό του θεατή σε μια κίνηση από έξω προς τα μέσα, από την εικόνα προς τη συνείδηση.

Το θέμα της κίνησης. Της αλλαγής θέσης στον χώρο, που συνήθως σηματοδοτεί και μετακίνηση στον χρόνο. Αφαιρετική και αυτή, εκτός από πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις π.χ. σεξουαλική επαφή, όπου όμως αφήνεται η ελευθερία τόσο στον σκηνοθέτη όσο και στον αναγνώστη να αναπλάσει την κίνηση με τη φαντασία του· δεν δίνεται περιγραφή. Στο σύνολό της λειτουργεί αφενός ως εκδήλωση επιθυμίας, αφετέρου ως ψυχική στάση απέναντι στον άλλο ή στη συνθήκη.

Οι φωνές. Δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για ήρωες, για χαρακτήρες, ούτε καν για ρόλους. Στο ζενίθ της αφαίρεσης, η συγγραφέας συνθέτει φωνές που βγαίνουν από στόματα με σώμα, θυμίζοντας το μπεκετικό Όχι εγώ. Ακόμη και εκεί που προσδιορίζεται από την ίδια το φύλο, δεν είναι το έμφυλο στοιχείο που καθορίζει τον λόγο ή τη δράση. Κάθε άλλος προσδιορισμός αποκλείεται, καθώς οι φωνές καθορίζονται μόνο από την καθαρή, κάθε φορά, επιθυμία μετακίνησης. Έτσι, το σώμα αποκαλύπτεται ως όχημα. Αποτελεί το μέσο που θα φέρει τη μια φωνή κοντά στην άλλη ή θα τη διαλύσει σε θραύσματα λόγου και ύπαρξης: τα splinters.

 

 

 

 

Αμαλία Κοντογιάννη

Θεσσαλονίκη, 15 Νοεμβρίου 2017

[1] Συνέντευξη στον Γιάννη Πανταζόπουλο για το greka.lifo.gr, http://greka.lifo.gr/uncategorized/grafis-ke-xespas-grafis-ke-kataklizese/, 2015.